Ο σχεδιαζόμενος ΧΥΤΒΕΑ Τανάγρας προβλέπεται να αποτελέσει την κεντρική εγκατάσταση συγκέντρωσης, επεξεργασίας και αποθήκευσης - απόρριψης των επικίνδυνων βιομηχανικών αποβλήτων της χώρας, συμπεριλαμβανομένης της ανεπεξέργαστης αλατώδους σκωρίας, σε επιφανειακά κελιά «ταφής».
Γιατί η Γερμανία θάβει τα επικίνδυνα απόβλητα 800 μέτρα κάτω από τη γη;
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν η Γερμανία και άλλες ευρωπαϊκές χώρες, όπου εδώ και δεκαετίες λειτουργούν εγκαταστάσεις διάθεσης επικίνδυνων βιομηχανικών αποβλήτων. Στην Γερμανία τα πλέον επικίνδυνα βιομηχανικά απόβλητα δεν τοποθετούνται σε επιφανειακούς χώρους ταφής, αλλά σε ειδικά διαμορφωμένους υπόγειους θαλάμους, σε βάθη που κυμαίνονται συνήθως μεταξύ 500 και 800 μέτρων κάτω από την επιφάνεια της γης.
Η επιλογή αυτή μόνο τυχαία δεν είναι. Οι εκεί αρμόδιες αρχές και η επιστημονική κοινότητα επέλεξαν αδιαπέραστους από το νερό γεωλογικούς σχηματισμούς, (εγκαταλελειμμένα Ορυχεία ορυκτού αλατιού), καθώς θεωρούνται από τα ασφαλέστερα φυσικά περιβάλλοντα για τη μακροχρόνια απομόνωση επικίνδυνων αποβλήτων.
Μάλιστα σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες έχει περιοριστεί ή εγκαταλειφθεί η πρακτική της επιφανειακής υγειονομικής ταφής για ανάλογες κατηγορίες ιδιαίτερα επικίνδυνων αποβλήτων, όπως η αλατώδης σκωρία, αφού μπορούν να αντιδράσουν έντονα με το νερό, παράγοντας επικίνδυνα αέρια ή τοξικά στραγγίσματα.
Η ευρωπαϊκή εμπειρία και τα ερωτήματα καταλληλότητας της Τανάγρας.
Η Τανάγρα όμως δεν αποτελεί μια απομονωμένη περιοχή χωρίς ανθρώπινες δραστηριότητες ή περιβαλλοντικές ευαισθησίες.
Είναι οι κίνδυνοι διαρροής τοξικών στραγγισμάτων στο έδαφος, στον αέρα και στο νερό, βάσιμοι;
Οι κίνδυνοι διαρροής επικίνδυνων και τοξικών ουσιών στο έδαφος, στα υπόγεια και επιφανειακά ύδατα, καθώς και στην ατμόσφαιρα, δεν μπορούν να θεωρηθούν αμελητέοι, καθώς η συγκεκριμένη θέση του ΧΥΤΒΕΑ Τανάγρας, συγκεντρώνει σωρευτικά μια σειρά από ιδιαίτερα επιβαρυντικά χαρακτηριστικά: βρίσκεται εντός της λεκάνης απορροής του ποταμού Ασωπού, με τελικό αποδέκτη τον Ν. Ευβοϊκό, πάνω από τη λεκάνη υπόγειων υδάτων Θηβών – Τανάγρας – Ασωπού, σε περιοχή που γειτνιάζει με ενεργά σεισμογενή ρήγματα, βιομηχανικές εγκαταστάσεις υψηλής επικινδυνότητας και κρίσιμες στρατιωτικές υποδομές, ενώ εντάσσεται σε περιοχή που χαρακτηρίζεται από αυξημένους φυσικούς και τεχνολογικούς κινδύνους.
Η ανησυχία αυτή ενισχύεται από το γεγονός ότι οι γεωμεμβράνες, τα συστήματα στεγάνωσης και γενικότερα τα τεχνικά έργα στα οποία βασίζεται η ασφάλεια της εγκατάστασης δεν έχουν απεριόριστη διάρκεια ζωής. Υπόκεινται σε φυσική γήρανση, φθορά και καταπονήσεις που σχετίζονται με τον χρόνο, τον τρόπο και την ικανότητα σωστής εφαρμογής τους, τις μηχανικές πιέσεις και τις περιβαλλοντικές συνθήκες. Επιπλέον, σε περίπτωση μελλοντικής αστοχίας που θα εκδηλωθεί σε μεγάλο βάθος, κάτω από εκατοντάδες χιλιάδες τόνους επικίνδυνων αποβλήτων και εντός υπερμεγεθών μονοκόμματων κυττάρων ταφής («κελιών»), η επιθεώρηση, η πρόσβαση στο σημείο της βλάβης και η αποτελεσματική αποκατάστασή της ενδέχεται να είναι πρακτικά αδύνατη.
Η Ευρώπη κατεβαίνει στα ορυχεία – Η Ελλάδα ανεβαίνει στην επιφάνεια;
Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι ακόμη και Έλληνες επιστήμονες του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου, στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού ερευνητικού έργου "Low Risk Disposal Technology", κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι η υπόγεια διάθεση επικίνδυνων αποβλήτων σε κατάλληλα εγκαταλελειμμένα Μεταλλεία μπορεί να αποτελέσει μια εφικτή, χαμηλού κινδύνου, οικονομικά ανταγωνιστική και περιβαλλοντικά βιώσιμη εναλλακτική λύση σε σχέση με την επιφανειακή υγειονομική ταφή.
800 μέτρα κάτω από τη γη στη Γερμανία – Δίπλα στα χωράφια και τους οικισμούς στην Τανάγρα;
Εφόσον ορισμένες από τις πλέον ανεπτυγμένες βιομηχανικά χώρες της Ευρώπης επιλέγουν για αντίστοιχα επικίνδυνα απόβλητα βαθιές υπόγειες εγκαταστάσεις και γεωλογικά σταθερούς εδαφικούς σχηματισμούς, γιατί στην Ελλάδα «αποφασίστηκε» η λύση της επιφανειακής ταφής σε μια περιοχή με σημαντικούς υπόγειους υδατικούς πόρους, έντονη γεωργική δραστηριότητα και γειτνίαση με κατοικημένες περιοχές και κρίσιμες στρατιωτικές εγκαταστάσεις;
Το εύλογο ερώτημα που τίθεται:
Υπό τις συνθήκες αυτές, η χωροθέτηση του ΧΥΤΒΕΑ στην Τανάγρα προκαλεί εύλογη και έντονη ανησυχία για τη μακροχρόνια ασφάλεια του έργου και για την προστασία των υδάτινων πόρων, της αγροτικής παραγωγής, των υποδομών, του περιβάλλοντος και της δημόσιας υγείας των κατοίκων της ευρύτερης περιοχής.
Πάνω απ’ όλα, όμως, τίθεται ένα ερώτημα που μέχρι σήμερα παραμένει αναπάντητο:
Ποιος μπορεί να εγγυηθεί ότι στον υδροφόρο ορίζοντα της Τανάγρας, της λεκάνης του Ασωπού και της ευρύτερης περιοχής δεν θα διαρρεύσουν βαρέα μέταλλα ή άλλες επικίνδυνες χημικές ουσίες; Ποιος θα αναλάβει την ευθύνη εάν, μετά από χρόνια ή δεκαετίες, διαπιστωθεί ρύπανση των υπόγειων υδάτων, του εδάφους ή της ατμόσφαιρας από επικίνδυνα απόβλητα;
Η ιστορία του Ασωπού ποταμού και η επί δεκαετίες ανεξέλεγκτη βιομηχανική ρύπανση της περιοχής έχουν αποδείξει ότι οι περιβαλλοντικές καταστροφές συχνά γίνονται αντιληπτές όταν πλέον είναι πολύ αργά και η αποκατάστασή τους είναι εξαιρετικά δύσκολη, δαπανηρή ή ακόμη και αδύνατη.
Η περιοχή των Δήμων Τανάγρας και Ωρωπού έχει ήδη πληρώσει βαρύτατο τίμημα από τη βιομηχανική ρύπανση και τις αστοχίες του παρελθόντος.
Δεν μπορεί και δεν πρέπει να μετατραπεί ξανά σε πεδίο περιβαλλοντικού «πειραματισμού», νέων «λανθασμένων» χωροθετήσεων και αμφισβητούμενων σχεδιασμών, με περαιτέρω δυσανάλογες επιπτώσεις για το περιβάλλον, τους φυσικούς πόρους και τη δημόσια υγεία, οι οποίες ενδέχεται για μια ακόμη φορά, να συνοδεύουν τις επόμενες γενιές.
Η διαχείριση των επικίνδυνων αποβλήτων δεν είναι απλώς ένα ακόμη τεχνικό έργο.
Είναι μια κρίσιμη επιλογή με μακροχρόνιες συνέπειες, που θα καθορίσει το περιβάλλον, τους υδάτινους πόρους και την ποιότητα ζωής που θα παραδώσουμε στις μελλοντικές γενιές.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.